Σάββατο 22 Απριλίου 2017

Tέχνη από την πόλη | Urban Art Project | 5 Μαΐου


1o URBAN ART PROJECT - ANOTHER STREET IN THE WALL



Ο Ιάννης Πανταζίδης και οι συνεργάτες καλλιτέχνες του Πολιτιστικού Ομίλου «Κέντρο Τέχνης» διοργανώνουν για πρώτη χρονιά την Ομαδική Έκθεση Τέχνη από την πόλη: 1ο Urban Art Project – Another Street In the Wall, με θεματολογία την Τέχνη μέσα από την Πόλη, εμπεριέχοντας τα στοιχεία της, το Street Art και το Graffiti.
Η έκθεση θα εγκαινιασθεί την Παρασκευή 5 Μαΐου 2017 στις 8 το βράδυ στο Κέντρο Μαρμαρογλυπτικής Τέχνης και θα διαρκέσει μέχρι 15 Μαΐου. Τα εγκαίνια θα πλαισιώσει 
με μουσικούς ρυθμούς από τον δρόμο ο Dj Bait, σ’ ένα live set βινυλίων με funky, groovy και hip hop ρυθμούς.

Οι 22 νέοι καλλιτέχνες συμμετέχουν με έργα τους από την «τέχνη του δρόμου» κα
ι την Urban Art, με πρωτοποριακές εμπνεύσεις στους χώρους του Κέντρου Τέχνης. Με πολύ διάθεση και νεανικό σφρίγος δημιουργούν έργα του δρόμου, προορισμένα για να παρουσιασθούν στην έκθεση.
Οι συμμετέχοντες είναι:

Μαρία Βουρβαχάκη (Ρη μαι)
Γιάννης Γαλαίος
Ιάννης Πανταζιδης
Άρης Πορτούλας
Γιώργος Συντιχάκης
Στέφανος Τσίγκος (ΙΖΩ)
Κατερίνα Τριανταφύλλου
Δημήτριος Φιλιππής(Τσόσμη)
Φρο
Νίκος Χριστοδούλου
Axillefs
Averel
Illo
Kalm 8
Nr4t Astro
Rna Crew


Spen
Laure Shawwah
Τ
Term One
Yugen.

Τα έργα που παρουσιάζονται είναι οι δημιουργίες των καλλιτεχνών της πόλης (του δημόσιου χώρου) μέσα από την οπτική του ιδιωτικού και του μη προσβάσιμου σε όλους. Στόχος είναι μία ένωση του δρόμου, του αληθινού, ζωντανού και ταυτόχρονα απρόσωπου με την ποιότητα και το κύρος που απαρτίζει έναν χώρο τέχνης. Πρόκειται για δημιουργίες πάνω σε χαρτί, καμβάδες, ξύλο, καθώς επίσης φωτογραφία και κατασκευές με υλικά όπως graffiti spray, stencil, λαδια και ακρυλικά.
Το Urban Art, το οποίο χωρίζεται σε Graffiti και Street Art, είναι μια παρεξηγημένη τέχνη που για πολλούς αποτελεί καλλιτεχνικό κίνημα ενώ για άλλους μία καλλιτεχνική έκφραση. Είναι μία τέχνη που διεκδικεί τα δικαιώματα της, δημιουργώντας έτσι τους δικούς της κανόνες μακριά από κοινότυπες γνώμες και στερεότυπα.

Οι τοίχοι λοιπόν δεν έχουν μόνο «αυτιά», αλλα και «στόμα» και θα βγάλουν φωνή στις 5 Μαΐου στο Κέντρο Τέχνης, με έναν διαφορετικό, ιδιαίτερο όμως τρόπο.

Κέντρο Μαρμαρογλυπτικής Τέχνης:
Στασινού 8Α, Πλ. Προσκόπων, έναντι αγάλματος Τρούμαν, μετρό Ευαγγελισμός
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 7.00 – 10.00 μ.μ, .Σαββάτο 11 π.μ. – 2μ.μ.
Πληροφορίες: Τηλ.: 6942-075756, 6980-275555



** Στην έκθεση συμμετέχουν και καλλιτέχνες από το Μετερίζι :

Ο Γιάννης Γαλαίος ( Rot ) και ο Κώστας Τσαφολόπουλος ( Averel )

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

'Αλμπερτ Αινστάιν | Απλώς είμαι παθιασμένα περίεργος...




Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν  ήταν φυσικός γερμανοεβραϊκής καταγωγής, ο οποίος έχει βραβευθεί με το Νόμπελ Φυσικής το 1921 για τις υπηρεσίες του στην θεωρητική φυσική. Είναι ο θεμελιωτής της Θεωρίας της σχετικότητας  και από πολλούς θεωρείται ο σημαντικότερος επιστήμονας του 20ού αιώνα και όλων των εποχών. Εξέδωσε πάνω από 300 επιστημονικές δημοσιεύσεις, καθώς και 150 συγγράμματα για το ευρύ κοινό.
Η επίδραση των ανακαλύψεων του Αϊνστάιν σχετικά με την φύση του χώρου και του χρόνου εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό αντικείμενο της επιστημονικής έρευνας σε φυσική, κοσμολογία και μαθηματικά ,  ενώ το επώνυμο του χρησιμοποιείται συχνά ως χαρακτηρισμός για να δηλώσει πως κάποιος έχει υψηλή ευφυΐα.

Γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1879 και έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα στις 18 Απριλίου 1955.

Σας παραθέτουμε μερικές από τις ρήσεις του :

*  Όταν κάθεσαι με ένα ωραίο κορίτσι για δυο ώρες, σου φαίνεται σαν δυο λεπτά. Αν καθίσεις σε μια αναμμένη σόμπα για δυο λεπτά, σου φαίνεται σαν δυο ώρες. Αυτό είναι η σχετικότητα.

Ο άνθρωπος συνήθως αποφεύγει να παραδεχτεί την εξυπνάδα κάποιου άλλου εκτός αν είναι εχθρός.

* Η πραγματικότητα είναι απλά μια ψευδαίσθηση, αν και πολύ επίμονη.
* Δεν έχω ιδιαίτερα προσόντα. Απλώς είμαι παθιασμένα περίεργος.
Γάμος είναι η αποτυχημένη προσπάθεια να δώσεις διάρκεια σε ένα τυχαίο γεγονός.


Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Επιτάφιος | Γιάννης Ρίτσος


(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπερ-
γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):


Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;
Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,
τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;
Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;
Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.
Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.
Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;
Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.
Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.
Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.
Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,
Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,
Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;
Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.
Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.
Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.
Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα
Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.
Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.
Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.
Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.
Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.
Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν
Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.
Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.
Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.
Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.
Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:
Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.
Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.
Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.
Και τώρα επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θα ανοίγω
τα παγωμένα χέρια μου να τα ζεστάνω λίγο ;